Η Νέα Δημοκρατία, με το νέο φορολογικό νομοσχέδιο, καταργεί πλήρως την προοδευτική φορολόγηση σε πολλές κατηγορίες ελεύθερων επαγγελματιών με το πρόσχημα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής. Με το εν λόγω νομοσχέδιο επιβαρύνει φορολογικά κυρίως όσους διαθέτουν μικρότερα εισοδήματα.
Συγκεκριμένα:
– Tο τέλος επιτηδεύματος μειώνεται όσο αυξάνεται το εισόδημα, υπό την προϋπόθεση ότι υπερβαίνει τα 10.920€.
Σημαντικό χαρακτηριστικό του νέου νομοσχεδίου είναι η υποχρέωση των ελεύθερων επαγγελματιών σε συγκεκριμένα τεκμήρια βάσει των χρόνων εργασίας. Εν τούτοις, η εμπειρία δεν αποτελεί αυτόνομο λόγο αύξησης του εισοδήματος. Υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα και επαγγελματικές κατηγορίες, όπου η αμοιβή συνδέεται άμεσα με την ποιότητα και την ποσότητα των έργων ή πελατών που προκύπτουν κατά περίπτωση και η αύξηση του εισοδήματος επηρεάζεται πολύ περισσότερο από την συνολικότερη κατάσταση της οικονομίας παρά από τα χρόνια εργασίας.
Επιπρόσθετα η ρύθμιση αυτή δεν εισάγει κριτήρια που να προστατεύουν τους επαγγελματίες που επιλέγουν να εργάζονται λιγότερο, ενώ η πρόκληση ενδέχεται να είναι μεγαλύτερη στους ελεύθερους επαγγελματίες που είναι γονείς.
Συχνά επιλέγεται η μορφή του ελεύθερου επαγγέλματος για την ευελιξία που παρέχει στην διαχείριση του χρόνου εργασίας, μια ευελιξία που βοηθάει την γονεϊκότητα. Έτσι κάποια άτομα μπορεί να επιλεγουν να δουλεύουν λιγότερο για να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της οικογένειας, κάτι που συμβαίνει συχνότερα στις γυναίκες οι οποίες επωμίζονται ακόμα το μεγαλύτερο βάρος της ανατροφής των παιδιών χωρίς την επαρκή στήριξη της πολιτείας σε ζητήματα φροντίδας (παιδιών, γονέων κλπ). Ο χρόνος φροντίδας δεν αποτελεί τεκμήριο, παρα μονο η λοχεία – και αυτή για τους ελεύθερους επαγγελματίες είναι πολύ περιορισμένης διάρκειας. Αυτό σημαίνει ότι οι γυναίκες για άλλη μία φορά θα βρεθούν ζημιωμένες. Να τονίσουμε επίσης ότι ως ελ. επαγγελματίες, οι γυναίκες δεν έχουν κανένα δικαίωμα ή παροχή για την μητρότητα, ενώ φυσικά δεν υπάρχουν και επιδόματα ανεργίας. Οι παιδικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί είναι ελάχιστοι και όλες οι νέες οικογένειες βασίζονται στους παππούδες ή στην θυσία ενός μισθού όταν θέλουν και οι 2 γονείς να δουλεύουν για να μην μένουν πίσω στην ανελέητη αγορά εργασίας.
– Οι συναλλαγές με τις τράπεζες επιβάλλονται ακόμα περισσότερο, μέσω αυστηρότερων προστίμων για ποσά πάνω από 500€.
Αυτό όμως συμβαίνει χωρίς να γίνεται έλεγχος στα ποσά που κρατάνε οι τράπεζες από όλες αυτές τις συναλλαγές και ενώ οι απώλειες των πολιτών και των επαγγελματιών από τις προμήθειες των τραπεζων έχουν αυξηθεί δραματικά Ακόμα και χρεώσεις που έχουν χαρακτηριστεί από το Υπ. Οικονομικών ως υπερβολικές δεν έχουν μειωθεί από τις τράπεζες. .
Οι επιπτώσεις του νόμου αυτού για την ποιότητα ζωής χιλιάδων πολιτων θα είναι πολύ μεγάλες και σε μια κατάσταση πληθωρισμού που οι συνθήκες ζωής έχουν γίνει πολύ δυσκολες, με επαναλαμβανόμενες πρωτιές ακρίβειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Όλη η λογική του νομοσχεδίου είναι βασισμένο στην λογική της απόλυτης έλλειψης εμπιστοσύνης προς τους πολίτες, και στο “τσουβάλιασμα”. Φυσικά και υπάρχουν πολλοί ελεύθεροι επαγγελματίες που φοροδιαφεύγουν όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το κάνουν πάντα από απλυστία, αλλά συχνά από ανάγκη επιβίωσης. Κατά πόσο επίσης φταίνε οι ελεύθεροι επαγγελματίες για την φοροδιαφυγή και όχι οι ιδιώτες που προσπαθούν να γλιτώσουν ΦΠΑ, είναι και αυτό ένα ερώτημα. Ίσως καλύτερη λύση για την μείωση της φοροδιαφυγής θα ήταν παράλληλα και μία μείωση του ΦΠΑ στις υπηρεσίες.
Ως Κύκλος Οικοφεμινιστικό Quίνημα πιστεύουμε στη μείωση του ωραρίου εργασίας και στην αξία της φροντίδας. Αυτό σημαίνει ότι είμαστε κάθετα αντίθετα σε πολιτικές που ποινικοποιούν τον ελεύθερο χρόνο, δυσκολεύουν την φροντίδα και μειώνουν την ποιότητα ζωής των πολιτών.
Πιστεύουμε σε ένα δίκαιο φορολογικό σύστημα που να καταπολεμά τη φοροδιαφυγή, με κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια. Στοχεύουμε σε μία σταδιακή κατάργηση της φορολογίας στα εισοδήματα που προέρχονται από την προσωπική εργασία και στην αύξηση της φορολογίας σε κληρονομιές, δωρεές και κάθε είδους μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να μην αναπαράγονται οι κοινωνικές ανισότητες, εφαρμόζοντας μάλιστα ιδιαίτερα υψηλούς συντελεστές για μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, Υψηλούς φορολογικούς συντελεστές σε μεσαίες και μεγάλες εταιρίες και σε ρυπογόνες δραστηριότητες, φοροαπαλλαγές για μικρομεσαία και μικρή οικονομική δραστηριότητα, επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές στις οργανώσεις και επιχειρήσεις της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας (συνεταιρισμοί, κοοπερατίβες, και αυτοδιαχειριζόμενες επιχειρήσεις).

